Δημήτρης Αρμακόλας. Ας γνωρίσουμε τον γλύπτη του μνημείου «των 118»


Κείμενο + φωτογραφίες: Πάνος Α. Παπαδολιάς

Είναι ένα μάλλον ανορθόδοξο γλυπτό. Τοποθετημένο σε μια βάση που το εκτοξεύει ακόμα πιο ψηλά, η γλυπτική σύνθεση του Αρμακόλα μοιάζει μάλλον δυσνόητη για τον απλό περαστικό του κέντρου της Σπάρτης. Σε θέση «στρατηγική», ακριβώς απέναντι από τον Ιερό Ναό του Οσίου Νίκωνος, το μνημείο προς τιμή των 118 Σπαρτιατών που εκτέλεσαν οι Γερμανοί το 1943, ανήμερα της Εορτής του Οσίου, παραμένει ένα έργο Τέχνης μάλλον άγνωστο – αλλά και, όπως δείχνουν τα πράγματα, απρόσιτο για τους πολλούς. Το ίδιο ισχύει και για τον ίδιο τον δημιουργό του ο οποίος υπήρξε όχι μόνον ένας αξιοσημείωτα παραγωγικός γλύπτης αλλά και ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο στο πλαίσιο της σύγχρονης  Ελληνικής Εικαστικής σκηνής.

Είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως ο «κινηματογραφικός θάνατος» του γλύπτη Δημήτρη Αρμακόλα έκλεψε – κατά κάποιον τρόπο – την προσοχή από το πλούσιο έργο του και το γεγονός ότι το τραγικό συμβάν έμελλε να συμβεί μόλις δυο ημέρες πριν δρομολογήσει επίσημα την αναγγελία της δημιουργίας του προσωπικού του Μουσείου συνετέλεσε έτσι ώστε το έργο του σημαντικού νεοέλληνα γλύπτη να αναζητά σήμερα δικλείδες προστασίας – ασφάλειας – ανάδειξης.

Ο εορτασμός του Πολιούχου της Σπάρτης, Οσίου Νίκωνα του Μετανοείτε, και το άρρηκτα δεμένο γεγονός της εκτέλεσης των 118 στο «Μονοδένδρι μας προσφέρει ενδεχομένως την πλέον κατάλληλη αφορμή για να εστιάσουμε  στον γλύπτη του μνημείου των «118». Να μάθουμε κάποια στοιχεία για τη ζωή και τη διαδρομή του, την πορεία εξέλιξης και ωρίμανσης της εικαστικής του γλώσσας.

Φίλες και φίλοι, Lakonistas, ας γνωρίσουμε τον Δημήτρη Αρμακόλλα. Ο γλύπτης το έργο του οποίου τον κατέταξε στους «σουρεαλιστικούς συμβολιστές» βρήκε το 2009 πρόωρο θάνατο από ασφυξία. Ήταν 70 ετών και πραγματικά στην πιο ώριμη του στιγμή ως δημιουργός.

Γλύπτης ετών ….δώδεκα. Η εκκίνηση

Ο Αρμακόλας ποτέ δεν σταμάτησε να μνημονεύει το δάσκαλό του στο Δημοτικό Σχολείο, Πάνο Βαλσαμάκη, μιας και υπήρξε ο άνθρωπος που του άνοιξε το δρόμο προς την Τέχνη και ειδικότερα την Πλαστική. Δάσκαλος με πρωτοποριακές ιδέες αλλά και ευαισθησία βοήθησε τους δωδεκάχρονους μαθητές του να εντοπίσουν το δικό τους τρόπο εικαστικής έκφρασης. Ο μικρός Δημήτρης διάλεξε αμέσως τον πηλό και τη δημιουργία στις τρεις διαστάσεις.

Λίγο αργότερα, το 1956, μπαίνει στην Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών, στο εργαστήριο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου, ενώ παράλληλα πηγαίνει στο νυχτερινό Γυμνάσιο. Μετά από 4 χρόνια έρχεται η αποφοίτηση με μια υποτροφία στα χέρια που τον στέλνει στο Παρίσι και στην Ecole des Beaux Arts. O δρόμος πια είχε ανοίξει για τα καλά.

Ένας γλύπτης – φίλος των αρχιτεκτόνων

Δύσκολο σε μια ανάρτηση να περιλάβεις τη δουλειά ενός γλύπτη που στη ζωή του δούλεψε πυρετωδώς όπως ο Αρμακόλας. Πιστεύω, ωστόσο, πως αξίζει να απομονώσουμε την δημιουργική συνεργασία που είχε αναπτύξει με κορυφαίους αρχιτέκτονες της εποχής, ιδιαίτερα στα τέλη του ’60 και τις αρχές του ’70. Δημιούργησε ανάγλυφα σε μπετόν, τοίχους ολόκληρους μεγάλων επιφανειών σε ξενοδοχεία, τράπεζες, κινηματογράφους, νοσοκομεία, κατοικίες και κτήρια γραφείων. Με αρκετά έργα του να μπαίνουν στο δημόσιο χώρο κατά τις δεκαετίες που ακολούθησαν, μπορούμε να μιλάμε για ένα γλύπτη το έργο του οποίου «άγγιξε το πλατύ κοινό» και δεν περιορίστηκε στις γκαλερί και τις προσωπικές συλλογές.

Προσεγγίζοντας το στυλ του Αρμακόλα

Πνεύμα ανήσυχο, ο Αρμακόλας δεν έπαψε ποτέ να ερευνά νέα υλικά και νέους δρόμους έκφρασης. Η δουλειά του εξελισσόταν διαρκώς και κατέληξε στην ωρίμανση ενός προσωπικού εικαστικού ιδιώματος το οποίο έγινε σαφώς αναγνωρίσιμο.

Θα έλεγα ότι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό των γλυπτών του είναι η τεχνική του “non finito”. Τα έργα του «μοιάζουν» να έχουν μείνει ανολοκλήρωτα. Σαν ο Χρόνος να τα έχει παγώσει κυριολεκτικά σε μια στιγμή αφήνοντας μορφές και σώματα να αναδύονται από την ύλη πριν ολοκληρώσουν τον «αγώνα τους» να ξεφύγουν από τα δεσμά της. Με τις μορφές του να βιώνουν ταυτόχρονα την ευφορία της Γέννησης αλλά και την απόγνωση ενός βίαιου Θανάτου, ο γλύπτης είναι σαν να αφήνει στον θεατή την ευκαιρία να ακολουθήσει το δικό του δρόμο ερμηνείας.

Το παιγνίδι των αντιθέσεων είναι εξάλλου ένας ακόμα σαφέστατος κοινός παρονομαστής στα έργα του Αρμακόλα. Με το μαλακό να εναλλάσσεται με το σκληρό, το φως να παντρεύεται με το σκοτάδι και το αρσενικό με το θηλυκό. Σε κάποιες περιπτώσεις επιλέγει να στιλβώνει το μέταλλο δημιουργώντας λείες επιφάνειες εναλάσσοντάς τες με σκληρές, οξειδωμένες ματιέρες.

Οι ανθρώπινες μορφές κυριαρχούν και μοιάζουν να ασφυκτιούν μέσα στην ύλη αναζητώντας διέξοδο, σάρκωση, θέωση. Άλλοτε μοιάζουν να γεννιούνται από το άμορφο και σταδιακά να ολοκληρώνονται και σε άλλες περιπτώσεις μοιάζουν να αποδομούνται και να χάνουν τα μέλη τους.

Ιδιαίτερα χαρακτηριστική είναι και η τολμηρή χρήση του κάθετου άξονα με τις φιγούρες του να βρίσκονται «σε πτώση». Αυτό είναι ένα στοιχείο που χρησιμοποίησε και στη γλυπτική σύνθεση που δημιούργησε ειδικά για την Σπάρτη και το «μνημείο των 118».

Ο Αρμακόλας για το μνημείο των 118

Η σκέψη του ήταν εξαρχής η σύνθεση να επικεντρωθεί γύρω από ένα υπερβατικό ον το οποίο να έρχεται από τον ουρανό και να εναποθέτει ένα στεφάνι προς τιμή των 118 θυμάτων. Άγγελος; Η Νίκη; Η Ιστορία; Αυτό το φτερωτό ον που έρχεται με ένα στεφάνι και την επιγραφή «η Σπάρτη για τα παιδιά της» είναι ίσως η προσωποποίηση της ίδιας της Σπάρτης….

Το τραγικό τέλος

Όπως στο ίδιο του το έργο μοιάζει ο Χρόνος να παγώνει τα πάντα σε μια καίρια στιγμή, έτσι απότομα και αναπάντεχα ήρθε το τέλος για τον Δημήτρη Αρμακόλα. Ο Τύπος στάθηκε πολύ στο βίαιο του θανάτου του το οποίο πραγματικά είχε κινηματογραφικό χαρακτήρα.

Λίγη ώρα μόνον πριν μια βραδυνή έξοδο, κατέβηκε στο εργαστήριό του για να κάνει ένα φινίρισμα σε ένα μικρό γλυπτό και ζήτησε από τη σύζυγό του να κατέβει σε λίγο φέρνοντας μαζί και τα παπούτσια του. Ο ίδιος ήταν ήδη ντυμένος. Θα φορούσε τα παπούτσια και θα έφευγαν κατευθείαν από το εργαστήριο. Ενώ απασχολείτο στον τροχό, το φουλάρι που είχε στον λαιμό τυλίχτηκε στον άξονά του και ο ίδιος δεν πρόλαβε να πατήσει το off….

Ευχαριστίες

Θέλω να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τη θεία μου Υβόννη Παπαδολιά που με έφερε σε επαφή με την σύζυγό του γλύπτη, κυρία Χριστίνα Αρμακόλα, η οποία και μου άνοιξε με χαρά τους χώρους εργασίας του Αρμακόλα ενόψει αυτού του αφιερώματος.


Ενώπιον του Ιερού Ναού του Οσίου Νίκωνος, στο κέντρο της Σπάρτης, και μπροστά

από το υδάτινο στοιχείο του πάρκου διακρίνεται η στήλη των “118” με το έργο του Δημήτρη Αρμακόλλα

“Πρόθεσή μου ήταν τα έργα μου να οδηγούν τη φαντασία σε ποιητικές εξάρσεις…”

Δημήτρης Αρμακόλας στο studio

“….ανέπτυξα τα ανθρώπινα μέλη, φόρμες τρυφερές, σαν μνήμες από σπασμένα αγάλματα

και τα πλαισίωσα με σχήματα βίαια και αιχμηρά…” Δημήτρης Αρμακόλας

“Και παίξε και παράστησε τα ηδονικά, τα ωραία, λαγάρισε τη γύμνια σου και κάμε την ιδέα.

Τα στρογγυλά, τα ολόϊσια, χνούδια, γραμμές, καμπύλες, ώ θείες ανατριχίλες, χορεύετε το χορό!” Κωστής Παλαμάς

“Επεδίωξα αυτά που ηθελημένα λείπουν από το έργο να συμπληρώνονται από το θεατή ανάλογα

με την ευαισθησία του. Είναι ένας τρόπος να συνομιλήσουμε….” Δημήτρης Αρμακόλας

“Τα αγάλματα είναι στο μουσείο / Όχι, σε κυνηγούν, πως δεν το βλέπεις; / Θέλω να πω με τα σπασμένα μέλη τους,

με την αλλοτινή μορφή τους που δεν γνώρισες / Κι όμως την ξέρεις / Τ’ αγάλματα είναι στο μουσείο, καληνύχτα /

….γιατί τα αγάλματα δεν είναι πια συντρίμμια, είμαστε εμείς / Τ’ αγάλματα λυγίζουν ελαφριά…..

Καληνύχτα ”     Γιώργος Σεφέρης

…..σαν να ζωντανεύει το ψυχρό μέταλλο….

Υβόννη Παπαδολιά [αριστερά] και Χριστίνα Αρμακόλα σε έναν από τους χώρους που εργαζόταν ο γλύπτης

+ There are no comments

Add yours