Τα [ταπεινά] σχέδια της Καραντίνας. Ο ζωγράφος Γιώργος Ρόρρης συνεχίζει να ζωγραφίζει. Κατ’ οίκον

Γεννήθηκε το ‘63 στον Κοσμά Κυνουρίας. Το Χειμώνα η οικογένεια άφηνε το οινοκρεοπωλείο που διατηρούσε και «την έβγαζε» στα πεδινά, στο δεύτερο σπίτι τους, στον Βρονταμά της Λακωνίας. O Γιώργος Ρόρρης, παιδί του χωριού που ζυμώθηκε με τις λάσπες του Χειμώνα και την σκόνη του καλοκαιριού, μόνον την Ζωγραφική δεν έχει στο μυαλό του. Κι όμως, βήμα – βήμα, η ζωή τον οδήγησε μια μέρα στο κατώφλι της Σχολής Καλών Τεχνών. Το ταλέντο και η εργατικότητά του, του επέτρεψαν να ανέβει ….. στα ψηλά σκαλοπάτια της σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης.

Πως όμως βιώνει ένας ζωγράφος τον εγκλεισμό; Ο Γιώργος Ρόρρης μίλησε στην «Καθημερινή» και αξίζει να μοιραστούμε την εμπειρία του μέσα από το Lakonistas:

«Δεν οδηγώ. Ως απολύτως νομοταγής πολίτης, έχω να πάω στο εργαστήριό μου – το οποίο είναι πολύ μακριά από το σπίτι μου – πολλές εβδομάδες…….. Συνεπώς, κλήθηκα να ξεχάσω για λίγο τη ζωγραφική, αλλά να που ανακάλυψα στο σπίτι μια σειρά από παλιά ξυλοχρώματα και κάποια χαρτιά καλής ποιότητας, σωτήρια ευρήματα…»

«Κάθομαι σε ένα μικρό τραπεζάκι σε μια γωνιά του σαλονιού μπροστά το παράθυρο και σχεδιάζω όλη μέρα. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι κάπως έτσι ξεκίνησε η περιπέτεια της ζωγραφικής για εμένα, με ένα κουτάκι μπογιές. Ήμουν μικρό παιδάκι σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Πελοποννήσου και έκανα τα πρώτα μου σχέδια στο τετράδιο της αντιγραφής. Πού να βρεθούν τότε πιο εξελιγμένα σύνεργα, σε έναν τόπο τόσο μακρινό. Το αστείο είναι ότι κάποια από τα ξυλοχρώματά μου κοντεύουν να τελειώσουν, όπως τότε. Σε λίγο δεν θα έχω καφέ ή μπλε. Έτσι, διαλέγω θέματα δίχως αυτά τα χρώματα».

Μα τι ζωγραφίζει κλεισμένος στο σπίτι; «Εκεί που έκανα πορτρέτα ανθρώπων, τώρα κάνω πορτρέτα απλά πραγμάτων που βρίσκονται μπροστά μου: μια πιπεριά, μια πατάτα, ένα ματσάκι σπάγγου. Κάποτε οι νεκρές φύσεις, ιδιαίτερα εκείνες που ονομάζουμε vanitas, ήταν για να διδάσκει ο ζωγράφος διά του χρωστήρα τη ματαιότητα στους ανθρώπους, οι οποίοι ήταν ως επί το πλείστον αναλφάβητοι. Στη δική μου περίπτωση συμβαίνει το αντίθετο. Το ίδιο το αντικείμενο μου κάνει την τιμή να μου αποκαλυφθεί την ώρα που το ζωγραφίζω. Γνωρίζω τη μελιτζάνα, σπουδάζοντάς την, σχεδιάζοντάς την. Πριν νόμιζα ότι την ήξερα, ότι την έβλεπα. Απλώς την κοιτούσα».

«Τα απλά αυτά αντικείμενα που απεικονίζω, όσο ταπεινά και αν είναι, μου αποδεικνύουν ότι ο κόσμος που με περιβάλλει έχει συνέχεια και σταθερότητα. Σε μια τόσο περίεργη περίοδο, έχουμε ανάγκη να κρατηθούμε από σταθερές. Μας βρήκε κάτι εντελώς απρόσμενο και μας ανέτρεψε τη ζωή μας. Η αλήθεια είναι πως ήμουν ολίγον συνηθισμένος στην καραντίνα όχι λόγω ιδιότητας ή ιδιοσυγκρασίας, αλλά διότι έχω σπάσει δύο φορές το πόδι μου και μία το χέρι μου. Στην τελευταία ορθοπεδική δοκιμασία μου διάβασα τους “Αδελφούς Καραμαζώφ”».

Πηγή: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Μπανάνα

Μπούτι κοτόπουλου

Πράσινη πιπεριά

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.