Λάκωνας [κι ο] Σταύρος Νιάρχος.


Εισαγωγή: Πάνος Α. Παπαδολιάς | Κείμενο: Δημήτρης Λυμπερόπουλος


Επειδή καταλήξαμε να αναγνωρίζουμε τους άλλους βάζοντας ταμπέλες, τότε θα πρέπει να το χαρακτηρίσουμε ως “δημοσιογράφο”. Γνωστός, πετυχημένος, αναγνωρισμένος. Πόσοι δημοσιογράφοι ωστόσο στην καριέρα τους έγιναν φίλοι με τον Ωνάση, έτρωγαν πρωινό με το Χατζιδάκι και έπειθαν την ίδια τη Κάλλας να τους εκμυστηρευτεί μυστικά; Ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος είναι η θρυλική [δημοσιογραφική] σκιά των “τιτάνων” του ’60 και του ’70, καταφέρνοντας ως δαιμόνιος ρεπόρτερ να βρίσκεται πάντα δίπλα στα καυτά πρόσωπα της στιγμής, τα είδωλα της Τέχνης και του jet set, ξεκλειδώνοντας ιστορίες, θέματα, στόματα.

Είναι ο άνθρωπος που κινήθηκε, έζησε, έμαθε δίπλα σε θρύλους κυριολεκτικά του 20ου αιώνα καταφέρνοντας πάντα να τους αποσπάσει δηλώσεις, αλήθειες, εξομολογήσεις, μυστικά. Σήμερα, αστείρευτη αλλά και πολύτιμη πηγή, συνεχίζει με εφηβικό ενθουσιασμό, αυτή τη φορά στο μεγάλο χωνευτήρι του Διαδικτύου υπενθυμίζοντάς μας την ύπαρξη μιας άλλης Ελλάδας αλλά και μιας άλλης εποχής. Ο ίδιος αυτοπαρουσιάζεται πλέον ως εξής: «Γνώρισα διασημότητες που μόνο ως ρεπόρτερ θα μπορούσα να πλησιάσω. Κάποιες, όπως ο Αριστοτέλης Ωνάσης, η Μαρία Κάλλας, ο Μάνος Χατζιδάκις, η Μελίνα Μερκούρη, ο Τέλης Σαβάλας, με τίμησαν με τη φιλία τους. Υπήρξα ένας ρεπόρτερ που κωπηλάτησε σε ήρεμες θάλασσες με γοργόνες και δελφίνια, αλλά και σε επικίνδυνα περάσματα με πιράνχας και σε αγριεμένους ωκεανούς με καρχαρίες… Λένε ότι η δημοσιογραφία είναι υπέροχο επάγγελμα, αρκεί να την εγκαταλείψεις έγκαιρα. Εγώ την διοχέτευσα στα βιβλία μου. Τώρα και στο Διαδίκτυο. Δημήτρης Λυμπερόπουλος». Με αφορμή διαδικτυακό σχόλιό του για τον Σταύρο Νιάρχο, ανατρέχουμε σε ένα πολύ ενδιαφέρον κεφάλαιο από το βιβλίο του «ΝΙΑΡΧΟΣ» στο οποίο συνδέει τον παγκόσμιο «στόλαρχο» με τη Βαμβακού και τη Λακωνία.


Γράφει λοιπόν στην ανάρτησή του ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος: «Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΛΑΚΩΝ. Την προηγούμενη ανάρτηση την αφιερώνω στους εγωιστές Μανιάτες του χώρου τούτου που δεν έχουν αντιληφθεί ότι Μανιάτης με απίστευτα έργα και όχι με λόγια παπάρες ήταν ο “μέγιστος Λάκωνας” του 20ού αιώνα, ο Σταύρος Νιάρχος. Και ο σοφός ανατολίτης Ωνάσης έλεγε, η Κεφαλλονιά έβγαλε τον θαλασσοπόρο Ιωάννη Φωκά και τον Κωνσταντή Γεράκη αντιβασιλιά του Σιάμ, η Κρήτη τον Θεοτοκόπουλο Ελ Γκρέκο και τον Καζαντζάκη και η Λακωνία τον Λεωνίδα και τον Σταύρο Νιάρχο!»

νιάρχος-σταύρος-νιάρχος-προτομή-επιγραφή-Βαμβοκού-Λακωνία-lakonistas.gr-stavros-niarchos-greece-.-5-682x1024
“ΝΙΑΡΧΟΣ” | ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 | Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΑΣΤΗ

Κουβαριασμένος στο κρεβάτι ανάσαινε με δυσκολία, κάπου-κάπου έβηχε ξεψυχισμένα, αλλά το μυαλό του ταξίδευε στα παιδικά του χρόνια… Στον Πειραιά, εκεί μετά τη γέφυρα του Ηλεκτρικού, δίπλα στην καπνοβιομηχανία Καρέλια… Οι αλευρόμυλοι «Ευρώτας» των μπαρμπάδων του… Ο Θόδωρος, ο Νίκος, ο Πάνος, ο Γιάννης, αδέρφια της μάνας του Ευγενίας… Οι Κουμάνταροι, με το όνομα, από τους Βουτιάνους, την παντρέψανε με το Σπύρο Νιάρχο στη Βαμβακού… Είχε γυρίσει μετανάστης από την Αμερική με κάποια λεφτουδάκια, έκανε το λαδέμπορο, φορούσε μάλλινο κοστούμι με γιλέκο, ενώ οι συγχωριανοί του ντρίλινο, πετούσε και μερικά “δατσόρ”, ήταν γλεντζές και κουβαρντάς, μπήκε στο Κουμανταρέικο, ανέβηκε τάξη… Ο Σταύρος και η αδερφή του Μαρία γεννήθηκαν στην Αθήνα, αλλά τα καλοκαίρια έκαναν διακοπές στη Βαμβακού και εκεί, στις παρυφές του Πάρνωνα, ο γιος του «Αμερικάνου», κυνηγούσε τσιροπούλια με τη σφεντόνα κι αργότερα τρυγόνια με ντουφέκι… Στα δεκαεφτά του απόκτησε καραμπίνα και τον ζήλευε ο αγροφύλακας, που είχε τσάγκρα… Ένας φίλος του από το χωριό, με ένα λιανοτούφεκο, ήταν άριστος σκοπευτής και δεν του γλίτωνε πουλί για πουλί… Κόμπαζε ότι ήταν βέρος Σπαρτιάτης κι ότι οι προγονοί του είχαν κατατροπώσει τους Μεσσήνιους… «Γιατί, εγώ τι είμαι;», τον ρωτούσε ο Σταύρος και το χωριατόπαιδο του απαντούσε «Μισός Λάκωνας και μισός Πειραιώτης»… Τότε ο Σταύρος, για να τον πικάρει, του έλεγε: «Τι σημασία είχε αν οι Σπαρτιάτες νίκησαν τους Καλαματιανούς, αφού έμειναν φτωχοί και οι ηττημένοι ακόμη και σήμερα είναι πλούσιοι;»

Πως το θυμότανε το περιστατικό, μετά 70 χρόνια! Ίσως γιατί από παιδί σιχαινότανε τη φτώχεια και λαχταρούσε τα πλούτη… Ζώντας κοντά στους θείους του, που ανήκαν σε υψηλότερη τάξη από τον πατέρα του, ήθελε, όχι μόνο να τους φτάσει, αλλά και να τους ξεπεράσει… Τον έτρωγε το σαράκι ότι ο «Αμερικάνος» πατέρας του -λέγανε- πως είχε πλύνει ακόμη και πιάτα και για να ξεκομπλαριστεί φορούσε χρυσό ρολόι με καδένα και κάπνιζε πούρα… Η μάνα του, που τον διάβαζε σαν ανοιγμένο φάκελο, του ‘λεγε ότι και οι εφοπλιστές -που θαύμαζε- είχαν πατεράδες βαρκάρηδες και κοντραμπατζήδες… Εκείνος κουνούσε το κεφάλι -που δεν τον καταλάβαινε- γιατί σκεφτόταν ότι τα παιδιά και τα εγγόνια των βαρκάρηδων ζούσαν στο Λονδίνο!

Γι’ αυτό όταν μεγάλωσε απόφευγε να πάει στη Βαμβακού, γιατί θεωρούσε ταπεινό το πατρικό του σπίτι… Χρόνια μετά, η αδερφή του έλεγε ότι οι περαστικοί από τη Βαμβακού, στεκόντουσαν μπροστά στο σπίτι τους με θαυμασμό: «Εδώ έμενε ο τρανός ο Νιάρχος!» Εκείνος θύμωνε: «Τρανός, Μαρία, είναι χωριάτικη λέξη»… Εκείνη γελούσε: «Καλά, ο ευπατρίδης κροίσος λέγανε»… Ήταν και ο πατέρας του, που τον βομβάρδιζε με γράμματα: «Ντρέπομαι, γιέ μου, που η κοινότητα του πατέρα ενός Νιάρχου, φωτίζεται από πετρέλαιο και ασετιλίνη, εν έτει 1962!» Του έστειλε 300 χιλιάδες δραχμές και ηλεκτροδοτήθηκε η Βαμβακού… Ο πατέρας του, όμως, όλο και του ζητούσε περισσότερα… Τι να κάνει ο διάσημος γιός, του έστελνε επιταγές για την εκκλησία, το σχολείο, την ύδρευση και ο Σπύρος Νιάρχος ανακηρύχτηκε μέγας ευεργέτης της Βαμβακούς και το κοινοτικό συμβούλιο του έστησε προτομή στην πλατεία: «Τω Σπύρω Νιάρχω, η γενέτειρα του ευγνωμονούσα». Οι θείοι του χτίσανε κι άλλες αίθουσες στο σχολείο και η κόρη του Γιάννη Κουμάνταρου, η ξαδέρφη του Ντόλη, που είχε παντρευτεί τον εφοπλιστή Νίκο Γουλανδρή, δώρισε το πέτρινο ρολόι…

Ο Σταύρος Νιάρχος είχε αναμνήσεις από τη Λακωνία, όταν η μάνα του τους πήγαινε, με την αδελφή του, για παραθερισμό, αλλά όταν ανδρώθηκε την ξέχασε… Μεταπολεμικά πήγε ελάχιστες φορές, με ελικόπτερο, έδινε όμως επιταγές στον κοινοτάρχη και στον παπά… Τώρα στα στερνά, θυμότανε την τελευταία φορά που είδε τη Βαμβακού από ελικόπτερο και αμπελοφιλοσοφούσε, όπως συνήθιζε: Σαν κουκκίδες οι χωριανοί του, ανθρωπάκια προσκολλημένα σαν σαλιγκάρια στο κέλυφος τους… Όσο ήταν μικρός ένιωθε κι ο ίδιος σαλιγκαράκι, αλλά οι κεραίες του οσμίζονταν πέρα, μακριά, όπου κάποια άλλα αποκτούσαν υπερφυσικές ιδιότητες… Σερνόντουσαν κι ανέβαιναν σ’ ένα δέντρο κι εκεί, απελευθερώνονταν από το κέλυφος τους και στη θέση του φύτρωναν φτερά… Και πετούσαν πάνω από τη Γη με τα εκατομμύρια σαλιγκάρια, τα καταδικασμένα να σέρνονται γλιτσιασμένα πάνω της… Προλετάριοι όλου του κόσμου ενωθείτε, φώναζε ένας συμφοιτητής του στη Νομική, αλλά αυτός ήξερε πως προοριζότανε να μεταλλαχτεί σε αετό των ορέων που θα τον έτρεμαν οι σάλιαγκες της οικουμένης… Είχε γεννηθεί σαλιγκαράκι στο χωριατόσπιτό τους, που με τα πρώτα λεφτά που είχε αποχτήσει το είχε αναπαλαιώσει, σαν ανάμνηση των παιδικών του χρόνων… … Και ενώ ο συμφοιτητής του σίγουρα θα έμενε σε κάποιο ημιυπόγειο, αυτός πετούσε από το ιδιόκτητο νησί του και τη θαλαμηγό του, ως το σαλέ του και τον πύργο του… Ενώ -σκεφτότανε- έχω αποβάλει το κέλυφος της Βαμβακούς, των Βουτιάνων, ακόμη και του Πειραιά και της Αθήνας, και με τεράστια φτερά χρυσαετού πετάω εκεί που μόνο ελάχιστοι μπορούν…

Να, πάλι ονειρευότανε τη μάνα του, νέα και αυταρχική… Ήταν το τιμόνι του σπιτιού κι έκανε σχέδια για το γιο της… Ο γέρος δυστροπούσε στον ύπνο του. Τι θέλεις πάλι μάνα; Δεν μπορείς να καταλάβεις ότι σας έχω ξεπεράσει σε ηλικία κι εσένα και τον πατέρα; Άφησε με να πεθάνω ήσυχος, μη με παιδεύεις…
—Δεν σε παιδεύω, Σταύρο, αγόρι μου… Θέλω να σπουδάσεις νομικά, να γίνεις νομικός σύμβουλος των θείων σου…
— Μα τι λες, μάνα, για τόσο χαμηλά με προορίζεις; Εγώ θα έχω δικηγόρους και νομικούς συμβούλους και διευθυντές και αρχιλογιστές και διερμηνείς και γραμματείς σε πέντε μεγαλουπόλεις: Στο Παρίσι, στο Λονδίνο, στη Ζυρίχη, στη Νέα Υόρκη, στο Τόκιο!
Εκείνη τον κοίταζε φοβισμένη, σαστισμένη: Λες το παιδί μου να τρελάθηκε; Όχι μάνα, δεν τρελάθηκα… Θυμάσαι από τότε που ήμουνα μικρότερος κι όλο μου ‘ταζες ότι θα με παίρνανε οι μπαρμπάδες μου στους μύλους και θα με είχανε σαν πριγκιπόπουλο; Εσύ με συμβούλευες, μανούλα για μικρά, αλλά εγώ ονειρευόμουνα μεγάλα…

Καλοκαίρι στις παρυφές του Πάρνωνα… Αγνάντευε τα κεραμίδια των σπιτιών εδώ κι εκεί, ανάμεσα στο πράσινο, αλλά η σκέψη του ταξίδευε πάντοτε κατά τη θάλασσα, χιλιόμετρα από κει, που δεν φαινότανε… Τη φανταζόταν, όμως, όχι γαλάζια σαν τον ουρανό, αλλά σκούρα, ωκεανίσια, να την αυλακώνουν ποστάλια, φορτηγά και πετρελαιοφόρα… Μαράζι το ‘χε που δεν ήταν νησιώτης, με πατέρα καραβοκύρη… Αναστέναζε: Αχ ρε μάνα, οι νησιώτες τρώνε φρέσκα ψάρια, ενώ οι στεριανοί ποταμίσια χέλια και σαζάνια… Κι έχουνε την ευκαιρία να κάνουνε τη βάρκα τους καΐκι και το καΐκι βαπόρι… Μην επιμένεις, λοιπόν, να με στείλεις στα τσουβάλια με τα αλεύρια…
— Τι λες, Σταύρο μου; Τα αδέρφια μου τσουβάλια κουβαλάνε; Αλευροβιομήχανοι είναι με το όνομα!
Επισκεπτότανε τους μύλους «Ευρώτας» με το κασκέτο του σχολείου, για να του δώσουν οι θείοι του χαρτζιλίκι… Μόλις το ‘παιρνε, το έβαζε στα πόδια να γλιτώσει από την αλευρόσκονη που έφτανε ως το γραφείο… Κι έτρεχε στο Νέο Φάληρο, να βουτήξει από την εξέδρα στη θάλασσα… Θυμότανε τα μπάνια, χωριστά για τους άντρες και τις γυναίκες, όπως τα ουρητήρια… Μετά γίνανε τα μπεν μιξ, όπως τα ‘λεγε η μάνα του.. Καταραμένο άλμπουμ με τις φωτογραφίες αναμνήσεις… Το Νέο Φάληρο της δεκαετίας του 20… Το κτίριο των ηλεκτρικών σιδηροδρόμων, το θεατράκι στην παραλία, η ξύλινη εξέδρα… Οι δεσποινίδες με τη συνοδεία των μαμάδων τους, οι δανδήδες με τα ψαθάκια… Το μπάνιο γινόταν οικογενειακώς και συνήθως του αναθέτανε τα ξαδερφάκια του, το Σταύρο και το Σπύρο Κουμάνταρο, να τα προσέχει μην πάνε στα βαθιά… Χάζευε τα κοριτσόπουλα. Κι αυτά, εκείνο το μόρτη με τη μοτοσικλέτα, που μάρσαρε για μόστρα… Φορούσε σκούρα ματογυάλια να του κόβουν τον αέρα, καθώς διέσχιζε όλη την Αθήνα -από την Κηφισιά- για να κατέβει στο Νέο Φάληρο και στον Πειραιά, να μπανίζει τα κορίτσια και τα βαπόρια… Μετά χάθηκε, πήγε στην Αργεντινή, αντιπρόσωπος του πατέρα του, στα καπνά, λέγανε… Αριστοτέλης Ωνάσης, το όνομα του… Ξανάκουσε γι’ αυτόν, ο Νιάρχος, χρόνια μετά, από την ξαδέρφη του Αγλαΐα Κουμάνταρου, που είχε αποκλειστεί στον πόλεμο στην Αμερική και τον γνώρισε στο Λος Άντζελες… Έλεγε σε όλους «έφυγα από την Ελλάδα για να γλιτώσω από τους Έλληνες, αλλά κι από τον πατέρα μου, που με ήθελε εμποράκο»… Ασφυκτιούσε ο Αρίστος στον ίσκιο του πατέρα του, όπως ο Σταύρος υπό την προστασία των θείων του…

Καθώς έφερνε στη μνήμη του τον Σμυρνιό, αγρίευε και μουρμούριζε βρισιές ακατάληπτες για τη νοσοκόμα, που ήρθε ανήσυχη κοντά στο κρεβάτι… Να κι ο Τομ με τη ρόμπα, που άκουσε τον σερ να βρίζει στον ύπνο του ελληνικά…. Λες και είχανε σκέψη παράλληλη, αφεντικό και υπηρέτης, βολόδερναν όλη νύχτα με συμβάντα της δεκαετίας του 20… Ο ένας τα ονειρευόταν κι ο άλλος έψαχνε να τα βρει σε αποκόμματα και σημειώσεις…

Ο Τομ είχε εδώ και τριάντα χρόνια ακούσιους πληροφοριοδότες, όπως την αδερφή του σερ, τη Μαίρη Δρακοπούλου και τις αδερφές του Ωνάση (Άρτεμη Γαροφαλίδη, Μερόπη Κονιαλίδη, Καλλιρόη Πατρονικόλα) που θυμόντουσαν παλιά περιστατικά κι εκείνος, καθώς τις σέρβιρε, έστηνε αυτί… Αλλά και καπετάνιοι και υποτακτικοί των δυο στολαρχών, άνοιγαν τη γλώσσα τους, όταν τους έφτιαχνε εκείνα τα σπέσιαλ κοκτέιλ… Υπήρχαν και άτομα από το παλιό προσωπικό, που τους άρεσε το μπλα-μπλα, όπως μια γριά υπηρέτρια της Άρτεμης, που του είχε διηγηθεί πως υποδεχθήκανε, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Σωκράτη Ωνάση στην Κηφισιά: Ο Άρης, έφηβος ακόμη, είχε απελευθερώσει -με γενναίο μπαξίσι- τον πατέρα του από τις τούρκικες φυλακές και τον έφερε με καμάρι στην Κηφισιά, όπου είχε συγκεντρωθεί η οικογένεια… Είχαν σφάξει, κατά το έθιμο, ένα αρνί και ο πάτερ φαμίλιας πέρασε από πάνω του… Το ψήσανε, είχανε και μια νταμιτζάνα κρασί, φάγανε, ήπιανε και μετά άρχισαν όλοι μαζί να χορεύουν, ακούγοντας από ένα φωνόγραφο με χωνί, σμυρναίικα τραγούδια…

Αν ήξεβρες το ν πόνο μου, τον πόνο της καρδιάς μου, αμάν, ωχ, αμάν, θα κλαίγανε τα μάτια σου όπως και τα δικά μου, αμάν, ωχ, αμάν…
Ο σμυρναίικος αμανές, το ούτι και η λύρα ξέσχιζαν τις καρδιές της προσφυγικής οικογένειας, που πριν λίγο καιρό ζούσε στα πλούτη. Η Άρτεμη άρχισε να κλαίει, αλλά ο δεκαπεντάχρονος Νίκος Κονιαλίδης διηγιότανε στον Αρίστο, πως έγινε σαράφης του ποδαριού μόλις φτάσανε στη Μυτιλήνη: Ανέβαινα, που λες, ξάδερφε, σε μια καρέκλα κι αγόραζα και πούλαγα μπαγκανότες… Ο έφηβος Αρίστος τον φίλησε και μετά είπε στην αδερφή του: Πάψε να κλαις, γιατί άλλοι αφήσανε τα κουφάρια τους στη Μικρασία, ενώ εμείς γλιτώσαμε…
Περισσότερα στοιχεία είχε συγκεντρώσει ο Τομ για το αφεντικό του, από διηγήσεις παλιών συνεργατών του και ναυτικών, όπως αυτή που την είχε μαγνητοφωνήσει: Όταν ο κύριος Σταύρος τέλειωσε το Βαρβάκειο και γράφτηκε στα Νομικά, τον πήγε η κυρά Ευγενία, η μάνα του, στους μύλους και τον παρέδωσε στα αδέρφια της… Τους είπε, θα τον βάλετε στο γραφείο, θα του κόψετε και μιστό… Όχι μόνο του δώσανε μιστό, αλλά τον κάνανε και υπεύθυνο διευθυντή! Τρελάθηκε ο νεαρός από χαρά και τύπωσε και κάρτες! Σύντομα, όμως, κατάλαβε που οφειλόταν η γενναιοδωρία των θείων του… Κάθε τόσο έμπαινε στις εφημερίδες το στερεότυπο: Επεβλήθη φυλάκισις δέκα ημερών, διά νοθείαν αλεύρων, εις τον διευθυντήν των αλευρομύλων «Ευρώτας» Σταύρον Νιάρχον… Η ποινή εξαγοραζόταν κι ο κύριος διευθυντής, αμετακίνητος στο πόστο του, με ένα μυαλό ξυράφι… Τίποτα δεν του ξέφευγε, άρπαζε από τα μαλλιά κάθε ευκαιρία… Μίσθωσε και μετά αγόρασε φορτηγά αυτοκίνητα για διακίνηση αλεύρων σε όλη τη χώρα… Τότε πρότεινε στους θείους του να γίνουν ιδιοκτήτες φορτηγών πλοίων, για τη μεταφορά σιτηρών και αλεύρων… Το συζήτησαν, το σκέφτηκαν και να το πρώτο τους βαπόρι, το «Αικατερίνη Κουμάνταρου»… Ακολούθησε το «Παναγιώτης Κουμάνταρος» και μετά άλλο… Τα βαπόρια φέρνανε λεφτά στους θείους, αλλά και στον ανιψιό, που μ πόλεμος στην Αβησσυνία και ο εμφύλιος ισπανικός, με το Νιάρχο να βρίσκεται ξαφνικά με το δικό του πετρελαιοφόρο -έστω μικρό- που του έδωσε τον τίτλο που ονειρευόταν: «Εφοπλιστής!» Η μάνα του τον καμάρωνε, γιατί ο κανακάρης της δεν είχε εξελιχθεί μόνο σε διευθυντή των ναυτιλιακών επιχειρήσεων των αδερφών της, αλλά και σε αυτόνομο πλοιοκτήτη!


Ευχαριστώ θερμά τον κύριο Δημήτρη Λυμπερόπουλο που μας έδωσε την άδεια να αναδημοσιεύσουμε το πολύτιμο υλικό του.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Επειδή τα κείμενα και τα ντοκουμέντα του Δημήτρη Λυμπερόπουλου είναι ανεξάντλητα και εθιστικά διαβάστε περισσότερα στην ιστοσελίδα του ΕΔΩ.

 NIARXOS LYMPEROPOULOS

 

1 comment

Add yours

+ Leave a Comment