Δημήτρης Πετσετίδης. Ο Σπαρτιάτης «μάστορας» του διηγήματος [και ένα διήγημά του που μας γυρίζει σε εποχές σκληρές, απάνθρωπες]


Εισαγωγικό κείμενο - φωτογραφίες - art: Πάνος Α. Παπαδολιάς

Έφυγε από κοντά μας ξαφνικά. Πέρυσι. 14 του Απριλίου 2017. Μέσα στην παραζάλη αυτού που ζούμε η Σπάρτη μοιάζει να μην έχει ακόμα συνειδητοποιήσει ότι έχασε τη πιο δυνατή λογοτεχνική της φωνή. Κοντά στην επέτειο της 28ης Οκτωβρίου, μοιάζει χρόνος κατάλληλος για να φέρουμε στη σκέψη και τις κουβέντες μας και πάλι τον Δημήτρη Πετσετίδη. Συγγραφέα. Δάσκαλο. Φίλο.

Η επιλογή του χρόνου δεν είναι τυχαία. Η δεκαετία του ’40, ο Πόλεμος και ειδικότερα ο Εμφύλιος ήταν χρόνοι και γεγονότα που σημάδεψαν βαθιά τον ίδιο και το έργο του. Από την συλλογή των διηγημάτων του με τίτλο «Λυσσασμένες αλεπούδες» [εκδόσεις «Κέδρος» 2007] επιλέξαμε να μοιραστούμε κατόπιν της ευγενικής αδείας του εκδοτικού οίκου ένα μέρος από το διήγημα με τον τίτλο «118». Σ’ αυτό ο Πετσετίδης ψηλαφίζει την τραγωδία που άφησε πιο έντονα το αποτύπωμά της στην Σπαρτιατική κοινωνία κατά τη διάρκεια του πολέμου. Την εκτέλεση από τους Γερμανούς 118 επίλεκτων Σπαρτιατών στην τοποθεσία «Μονοδένδρι», βορείως της Σπάρτης.

Συγκέντρωσε κυρίως μαρτυρίες ανθρώπων που έζησαν αυτή την σκοτεινή ημέρα του Πολέμου και μέσα από τις εξιστορήσεις τους επιχειρεί να συνθέσει την «μεγάλη εικόνα». Αποστασιοποιημένα και νηφάλια – όπως πάντα –  αφήνει τους μάρτυρες της εποχής να συν-γράψουν το ματωμένο αυτό κεφάλαιο.

Ευχαριστώ ιδιαίτερα τις εκδόσεις «Κέδρος» που μας έδωσαν την άδεια να αναπαράγουμε το κείμενο του συγγραφέα. Πιστεύω ότι αυτό το μικρό αφιέρωμα θα ωθήσει κάποιους ανθρώπους να «ανακαλύψουν» τον Πετσετίδη και να αναζητήσουν τα βιβλία του.

Μετά το διήγημα «118» [αναδημοσιεύουμε 2 από συνολικά 7 αφηγήσεις που έχει συμπεριλάβει ο συγγραφέας στο διήγημά του] ακολουθούν αποσπάσματα από κριτικές που γράφτηκαν με αφορμή την έκδοση του βιβλίου. Πιστεύω ότι αυτό το κολάζ [με επιλεγμένα αποσπάσματα από κριτικά σημειώματα] φωτίζει εξαιρετικά τον Πετσετίδη ως μάστορα του διηγήματος, μας βοηθά να τον κατανοήσουμε ως συγγραφέα που είχε κατακτήσει τη δική του γλώσσα και εξηγεί σε ένα βαθμό το πώς κατάφερε να κερδίσει επάξια μια θέση ανάμεσα στους σημαντικούς σύγχρονους Έλληνες Λογοτέχνες.

[Α’ μέρος]  Ο Β.Τ. εξιστορεί τι συνέβη στις 26 Νοεμβρίου του 1943, εορτή του Αγίου Νίκωνος, στη θέση Μονοδένδρι, πάνω στο δημόσιο δρόμο Σπάρτης – Τρίπολης.

Είχαν πιάσει 118 άτομα, τους καλύτερους Σπαρτιάτες, και τους κρατούσαν στις φυλακές της Τρίπολης. Είχαν πιάσει πολλούς περισσότερους στην αρχή, αλλά σιγά σιγά μερικούς τους απελευθέρωναν. Οι περισσότερες συλλήψεις είχαν γίνει το βράδυ μέσα στα σπίτια, με καταδότες κουκουλοφόρους, κανείς ποτέ, ύστερα από τόσα χρόνια, δεν έμαθε ποιοι ήταν αυτοί οι κουκουλοφόροι. Είχαν ακουστεί κάνα δυο ονόματα, αλλά ποτέ δεν αποκαλύφθηκε κάποιος με βεβαιότητα. Εικασίες και υπόνοιες ανεπιβεβαίωτες. Όταν ήρθαν στο σπίτι μας για να πιάσουν τον πατέρα μου, η αδελφή μου έχασε τη ψυχραιμία της και όρμησε πάνω σε έναν που φορούσε κουκούλα. Της φάνηκε γνωστός, αλλά αυτός της κοπάνησε μια φοβερή κλωτσιά και την τίναξε να πάρει δυο τούμπες στο πάτωμα.

Την ημέρα του Αγίου Νίκωνα, πρωί πρωί, τους μετέφεραν με φορτηγά στο Μονοδένδρι και τους σκότωσαν όλους. Μόνο στο γιατρό, τον Καρβούνη, είπαν αν θέλει να φύγει, αυτός είχε σπουδάσει στη Γερμανία και μιλούσε άριστα γερμανικά, αλλά αρνήθηκε. «Ή όλοι ή κανένας», λένε ότι απάντησε.


[Β’ μέρος]  Ένα νέο παιδί, το οποίο γεννήθηκε το 1979 στη Σπάρτη, απαντά σε ερωτήσεις του καθηγητή του στο φροντιστήριο Φυσικής και Χημείας κατά την ώρα που πληρώνει τα δίδακτρα του μηνός Νοεμβρίου.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ [Συμπληρώνει τη διπλότυπη απόδειξη παροχής υπηρεσιών]: Διεύθυνση;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Οδός των 118, αριθμός 56.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ [Έχει όρεξη για κουβέντα]: Ξέρεις ποιοι ήταν οι 118;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Κάτι μου έχει πει η γιαγιά μου.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Πως έγινε και ονομάστηκε αυτός ο δρόμος «Των 118». Δεν σου φαίνεται παράξενη ονομασία;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Όχι. Σε αυτόν το δρόμο σκότωσαν οι Γερμανοί 118 Σπαρτιάτες.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ποιος σου είπε ότι οι Γερμανοί σκότωσαν τους 118 στο δρόμο που μένεις;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Η γιαγιά μου. Τους πήγαιναν, λέει, από εκείνον τον δρόμο και ξαφνικά έμαθαν ότι οι αντάρτες σκότωσαν κάτι Γερμανούς. Τους την έδωσε και τους καθάρισαν όλους σε εκείνο το δρόμο.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Δεν είναι έτσι. Ήταν Νοέμβρης μήνας του 1943 και τους είχαν φυλακισμένους στην Τρίπολη. Ανήμερα του Αγίου Νίκωνος τους έβαλαν σε φορτηγά και πήγαν και τους σκότωσαν στο Μονοδένδρι. Δεν έχεις δει το μνημείο;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Εγώ ξέρω ότι τους σκότωσαν στο δρόμο που είναι το σπίτι μου. Άμα στους Γερμανούς άναβαν τα λαμπάκια, κάτι τέτοια έκαναν. Μου είχε πει η γιαγιά μου….

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ [Τον διακόπτει]: Μήπως σου είπε η γιαγιά σου πως τους έπιασαν οι Γερμανοί;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Ναι, ένας τύπος τους κάρφωσε. Ένας με κουκούλα.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Ένας μόνο;

ΜΑΘΗΤΗΣ: Ένας, έτσι μου είπε.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Μήπως σου είπε και το όνομά του;

ΜΑΘΗΤΗΣ [Απομακρύνεται προς την πόρτα κοιτάζοντας αφηρημένα την απόδειξη που κρατάει στα χέρια του]: Δεν ξέρω όνομα. Θα τη ρωτήσω. Όμως, νομίζω ότι ούτε κι αυτή ξέρει. Καληνύχτα.

ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ: Καληνύχτα.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ  | 10 – 2 – 2008  | Κώστας Καρακωτιάς

Στην αρχή του βιβλίου του και πριν αρχίσει η ροή των διηγημάτων του, προτάσσει ως motto και ως εφιαλτική προαγγελία ένα στίχο της Ιλιάδας: «Ρέε δ’ αίματι γαία μέλαινα». Και πράγματι, το αίμα πλημμυρίζει τις αφηγήσεις του /// Ο Δημήτρης Πετσετίδης έφθασε με την τελευταία του συλλογή σε ένα υψηλότατο αφηγηματικό επίπεδο και επιβεβαίωσε την σημαντική, πλέον, θέση του στην περιοχή του σύγχρονου Ελληνικού διηγήματος.

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ | 12 – 1 – 2008 | Αποσπάσματα από συνέντευξη στον Βασίλη Καλαμαρά

Έχει ακόμα πολύ ψωμί η μυθολογία του Εμφυλίου;

Κάποτε ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα με τόσες νύχτες όσες ήταν οι νύχτες της διάρκειας του Εμφυλίου. Ίσως, μετά, από νωθρότητα ή από βιοτικές ανάγκες, γιατί ήμουν αναγκασμένος να δουλεύω επί δέκα ώρες την ημέρα ως φροντιστής μαθηματικών, κατατεμάχισα τις σημειώσεις μου και τις έκανα διηγήματα. Υπάρχει ακόμα στα συρτάρια του γραφείου μου και στα συρτάρια της μνήμης μου τεράστιος όγκος από σημειώσεις που αναφέρονται σε εκείνα τα χρόνια».

Η διηγηματογραφία σας διαβάζεται, συζητιέται, τι έχετε καταλάβει;

«Δε με ενδιαφέρει αν διαβάζεται ή συζητιέται, δεν με νοιάζει αν γίνει κάποτε best seller ένα βιβλίο μου. Εγώ απολαμβάνω τη διαδικασία της συγγραφής, αν και μερικές φορές είναι επώδυνη. Και μου αρκεί ο έπαινος των λίγων».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ | 25 – 1 – 2008 | Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος

Η αφήγηση του Πετσετίδη σε όλον αυτό το χορό του θανάτου παραμένει λιτή, φραστικά ψυχρή, με τη ματιά (και τις απορίες) ενός παιδιού. Εκείνο που προέχει τελικά δεν είναι η περιγραφή κάποιας αποτρόπαιης και ακατανόητης πράξης, αλλά η κατάδειξη του σκοτεινού βαράθρου της ανθρώπινης ψυχής, λυδία λίθο για την ανάδειξη του οποίου αποτελούν οι απανταχού εμφύλιοι.

ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ | 3 – 2 – 2008 | Ελισάβετ Κοτζιά

Το βιβλίο αναμφίβολα αποτελεί την καλύτερη στιγμή του διηγηματογράφου Δημήτρη  Πετσετίδη και ανάμεσα στις αρετές του είναι και η συμβολή του μοντάζ: η απροειδοποίητη μετάβαση από τον ένα χρόνο στον επόμενη, η αναπάντεχη πτώση των ανθρώπινων προσωπείων, το απροσδόκητο γύρισμα της τύχης προς την κατεύθυνση συνήθως της καταστροφής.

ΤΑ ΝΕΑ | 26 –  1 – 2008  |  Τάσος Χατζητάτσης

Ο Δημήτρης Πετσετίδης σε μια από τις σπάνιες συνεντεύξεις του πριν από χρόνια είχε ομολογήσει: «Γράφω γιατί γράφοντας εκδικούμαι και δεν βρίσκω άλλο πρόσφορο τρόπο εκδίκησης που να μου ταιριάζει. Εκδικούμαι για τα χαμένα όνειρα της νεότητάς μου, για τη βάναυση συμπεριφορά κάθε εξουσίας, για την κουφότητα και την ανοησία των αρχόντων, για ένα πλήθος από αδικίες και αυθαιρεσίες».

ΑΝΤΙ |  4 – 1 – 2008  | Γ. Δ. Παγανός

Και κάτι ακόμα: ενώ μιλάει για εγκλήματα αποτροπιαστικά, έχει τη χάρη με την αφηγηματική του φωνή να ανακουφίζει. Και αυτό πιθανόν να οφείλεται και στην εκλεπτυσμένη ειρωνική διάθεση που διατρέχει τα διηγήματά του. Η ειρωνεία διακωμωδεί τα πράγματα και μετριάζει τις δραματικές καταστάσεις. Το τραγικό και το κωμικό ισορροπούν στην πρόζα του σε μια ανεκτική σύγκραση. Έτσι, όσο σκληρές και πικρές κι αν είναι οι ιστορίες του δεν δημιουργούν αποστροφή στον αναγνώστη. Λοιπόν; Λόγος ελεήμων και καταπραϋντικός, θα έλεγα κλείνοντας.

Το μνημείο των “118” στο Μονοδένδρι, λίγα χιλιόμετρα βορείως της Σπάρτης

 

+ There are no comments

Add yours